Μια σταγόνα πιοτού,
υγρή,
δραπέτης του μυαλού, δέσμιος του έρωτα,
όνειρο μιας λέξης και λέξη ενός ονείρου,
την έριξα βαθιά μες την ατέρμονη μοναξιά μου.
Μα δεν στάθηκε. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ.
Η σταγόνα πνίγηκε μες στις άπειρες στιγμές ανοησίας και ανημποριάς.
Όνειρο μιας λέξης και λέξη ενός ονείρου.
Μια σταγόνα πιοτού πικρή αλήθεια του ψέματός μου.
Βασίλης Ιγγλεζάκης
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011
Κατάσταση πολιορκίας
Πολιορκούμεθα λοιπόν
Πολιορκούμεθα από ποιον;
Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις της σπονδυλικής στήλης,
τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς Καλλονής,
την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων,
πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας.
Από τον εαυτό μας
Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.
Νάνος Βαλαωρίτης
1921
Πολιορκούμεθα από ποιον;
Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις της σπονδυλικής στήλης,
τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς Καλλονής,
την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων,
πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας.
Από τον εαυτό μας
Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.
Νάνος Βαλαωρίτης
1921
Η αφίσα είναι απο τους: Vaughan Oliver, Tim Vary (designers) & Simon Larbalestier (photographer)
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
Ο πολιτισμός της βλεφαρίδας
Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011
Lucian Freud
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011
Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Ο Κύριος Κανείς
Ποιος να ’ν’ αυτός ο «Κύριος Κανείς»;
Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,
μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει
και βρέχει το φουστάνι της Φανής,
ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».
Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,
έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,
εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,
και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,
και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,
ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».
Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,
γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,
και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,
και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,
κι ύστερα τον ρωτούσε «που πονείς;»
ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».
Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,
κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…
Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,
κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.
Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής
αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».
Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.
Μα η μητερούλα μας χαμογελά
και λέγει πως τον ξέρουμε καλά
και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε
και ψέματα να λέμε στους γονείς,
γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».
Νικόλαος Ποριώτης
Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975
Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,
μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει
και βρέχει το φουστάνι της Φανής,
ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».
Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,
έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,
εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,
και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,
και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,
ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».
Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,
γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,
και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,
και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,
κι ύστερα τον ρωτούσε «που πονείς;»
ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».
Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,
κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…
Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,
κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.
Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής
αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».
Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.
Μα η μητερούλα μας χαμογελά
και λέγει πως τον ξέρουμε καλά
και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε
και ψέματα να λέμε στους γονείς,
γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».
Νικόλαος Ποριώτης
Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011
Δευτέρα 16 Μαΐου 2011
Jan Lenica
Τετάρτη 11 Μαΐου 2011
Στα κλειστά στόματα μπαίνουν μύγες
Τετάρτη 4 Μαΐου 2011
ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ
Τ’ αγκάθια του Μορφέα
Έβγαλα απ’ τα χέρια μου,
Έσπασα τα ρολόγια
Κι ανέμενα
Το αναμενόμενο.
Έπειτα πάτησα στον Σείριο
Κι εκσφενδονίστηκα στο καθαρτήριο.
Εκεί συνάντησα το παιδικό μου σώμα,
Το κουφάρι μου
Και την ψυχή μου.
Όλοι μαζί καθίσαμε,
Φιλιώσαμε
Και μου έδειξαν
Το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον,
Γελώντας σκωπτικά.
Τους τόξευσα στην καρδιά
Δίχως τύψεις,
Δολοφόνησα πισώπλατα
Τον ύπουλο Μορφέα,
Τον έθαψα στις τριανταφυλλιές,
Κι έπειτα κάθισα στη ρίζα
Της κλίνης μου,
Κι άρχισα να ονειρεύομαι
Το μέλλον...
Απόστολος Μακρίδης, Καίγοντας τους Νεκρούς μου, Λευκωσία, 2005
Έβγαλα απ’ τα χέρια μου,
Έσπασα τα ρολόγια
Κι ανέμενα
Το αναμενόμενο.
Έπειτα πάτησα στον Σείριο
Κι εκσφενδονίστηκα στο καθαρτήριο.
Εκεί συνάντησα το παιδικό μου σώμα,
Το κουφάρι μου
Και την ψυχή μου.
Όλοι μαζί καθίσαμε,
Φιλιώσαμε
Και μου έδειξαν
Το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον,
Γελώντας σκωπτικά.
Τους τόξευσα στην καρδιά
Δίχως τύψεις,
Δολοφόνησα πισώπλατα
Τον ύπουλο Μορφέα,
Τον έθαψα στις τριανταφυλλιές,
Κι έπειτα κάθισα στη ρίζα
Της κλίνης μου,
Κι άρχισα να ονειρεύομαι
Το μέλλον...
Απόστολος Μακρίδης, Καίγοντας τους Νεκρούς μου, Λευκωσία, 2005
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














